Πρόληψη και θεραπεία

Το εμβόλιο κατά της ηπατίτιδας Β είναι πολύ αποτελεσματικό και γίνεται με ένεση ενδομυϊκά σε 3 δόσεις. Πρέπει να γίνεται σε όλο τον πληθυσμό, αλλά κυρίως στα βρέφη και τα παιδιά προεφηβικής ηλικίας.

Αν κάποιο μη εμβολιασμένο άτομο έλθει σε επαφή με ένα μολυσμένο άτομο, θα πρέπει να προσφύγει στις Υπηρεσίες Υγείας και να κάνει όσο το δυνατόν συντομότερα την ειδική υπεράνοση γ-σφαιρίνη για την ηπατίτιδα Β.

Αν μία έγκυος είναι μολυσμένη με τον ιό, αμέσως μετά τον τοκετό θα πρέπει να γίνει στο νεογέννητο η ειδική υπεράνοση γ-σφαιρίνη και στη συνέχεια το εμβόλιο για την ηπατίτιδα Β.

Εκτός από το εμβόλιο, υπάρχουν και ορισμένες άλλες προφυλάξεις που μπορούν να μας προστατεύσουν έναντι ενδεχόμενης προσβολής από τον ιό:

  • Πρέπει πάντα να χρησιμοποιούμε προφυλακτικό κατά τη σεξουαλική επαφή, ειδικά όταν η σχέση δεν είναι μόνιμη.
  • Δεν πρέπει ποτέ να αγγίζουμε σύριγγες ή βελόνες που βρίσκουμε πεταμένες σε πάρκα, στο δρόμο κ.λπ., ενώ θα πρέπει επίσης να μάθουμε και στα παιδιά μας να μην κάνουν κάτι τέτοιο.

Επίσης, συστήνεται έλεγχος και εμβολιασμός όλων των ατόμων που ανήκουν σε ομάδες υψηλού  κινδύνου όπως: οι πολυμεταγγιζόμενοι, τα άτομα με πολλούς ερωτικούς συντρόφους, τα μέλη της οικογένειας θετικών φορέων της ηπατίτιδας Β, οι χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών, οι αιμοκαθαιρόμενοι ασθενείς, οι επαγγελματίες υγείας, καθώς και τρόφιμοι διαφόρων ιδρυμάτων.

ΗΠΑΤΙΤΙΔΑ C

Δυστυχώς, δεν υπάρχει και ούτε προβλέπεται να αναπτυχθεί εντός των επομένων ετών εμβόλιο που να προφυλάσσει από την ηπατίτιδα C. Επιπλέον, οι περισσότεροι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν έχουν ακόμη ανιχνευθεί. Γι' αυτό επιβάλλεται να τηρούνται από όλους προσεκτικά γενικά μέτρα πρόληψης ώστε να αποφεύγεται η παρεντερική έκθεση όλων σε δυνητικά μολυσμένα αντικείμενα. Ειδικότερα μέτρα πρόληψης της μετάδοσης του ιού από άτομα με γνωστή ηπατίτιδα C είναι:

Όλοι οι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν πρέπει να χρησιμοποιούν από άλλους ούτε να δίνουν σε άλλους αντικείμενα που μπορεί να έλθουν σε επαφή με το αίμα τους, όπως ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, νυχοκόπτες, αποτριχωτικές συσκευές κλπ.

Η χλωρίνη αποτελεί το καλύτερο μέσο για καθαρισμό απολύμανση αντικειμένων κοινής χρήσης που έρχονται σε επαφή με αίμα ασθενούς με ηπατίτιδα C.

Οι ασθενείς με ηπατίτιδα C δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούν ατομικά σκεύη φαγητού, ατομικές πετσέτες ή ατομικές τουαλέτες και δεν πρέπει να υποβάλλονται σε κανένα περιορισμό από οποιοδήποτε είδος εργασίας, απασχόλησης ή άθλησης.

Τα προγράμματα θεραπείας με μεθαδόνη, ανταλλαγής βελονών και συριγγών και επιμόρφωσης-τροποποίησης των επικίνδυνων συμπεριφορών, θεωρούνται ότι μπορεί να βοηθήσουν στον περιορισμό της διασποράς της ηπατίτιδας C στους χρήστες ενδοφλεβίων ναρκωτικών, μια ειδική ομάδα του πληθυσμού, που σήμερα έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα ηπατίτιδας C.

Σε περίπτωση τρυπήματος με μολυσμένη βελόνα, δεν συνιστάται προληπτική χορήγηση ανοσοσφαιρίνης ή αντιϊκών. Η πιθανή οξεία ηπατίτιδα C θα πρέπει να ελέγχεται με αντισώματα για ηπατίτιδα C κατά την έκθεση και στη συνέχεια με τρανσαμινάσες, αντισώματα για ηπατίτιδα C και παρουσία ιού (HCV RNA ορού) 2-8 εβδομάδες αργότερα. Ασθενείς με ηπατίτιδα C και ένα μόνιμο ερωτικό σύντροφο δεν χρειάζεται να χρησιμοποιούν υποχρεωτικά προφυλακτικό, αλλά θα πρέπει να συμβουλεύονται ότι τα προφυλακτικά μπορεί να ελαττώνουν τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Προφυλακτικά όμως είναι απόλυτα απαραίτητα για ασθενείς με ηπατίτιδα C και πολλαπλούς ερωτικούς συντρόφους, βραχυχρόνιες ερωτικές σχέσεις ή ομοφυλοφιλικές επαφές.

Έχει υποστηριχθεί ότι ίσως η εκλεκτική καισαρική τομή να ελαττώνει την πιθανότητα μετάδοσης της ηπατίτιδας C από τη θετική μητέρα στο νεογέννητο, αλλά αυτό δεν θεωρείται απόλυτα αποδεδειγμένο. Η πιθανή παρουσία ηπατίτιδας C σε νεογνά θετικών μητέρων ελέγχεται με ανίχνευση του ιού (HCV RNA ορού) μεταξύ του 2ου και 6ου μήνα ή με ανίχνευση αντισωμάτων για ηπατίτιδα C μετά το 15ο μήνα.

Ο θηλασμός δεν θεωρείται ότι μεταδίδει τον ιό της ηπατίτιδας C.

Η επιτυχής θεραπεία ενός ασθενούς με ηπατίτιδα C εκριζώνει τον ιό από το αίμα και εξαφανίζει την πιθανότητα μετάδοσης από αυτόν τον ασθενή.