Επιπτώσεις της αϋπνίας
Τα περισσότερα άτομα είναι εξοικειωμένα με τις επιδράσεις που μπορεί να έχει η στέρηση ύπνου στη γενική λειτουργικότητά τους κατά τη διάρκεια της ημέρας, δηλαδή με τη μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και λήψης αποφάσεων και την αρνητική επίδραση στη διάθεση και τη συμπεριφορά τους.
Σε πρόσφατη έρευνα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περίπου 1 στους 3 ενήλικες ανέφερε ότι αντιμετωπίζει προβλήματα με τον ύπνο του. Το πρόβλημα καταγράφεται πιο συχνά στις γυναίκες και στους εργαζόμενους που δουλεύουν με βάρδιες, ενώ οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών αναφέρεται ότι πάσχουν από αϋπνία σε ποσοστό που προσεγγίζει το 50%.
Οι επιπτώσεις της αϋπνίας φαίνεται ότι είναι πολλές και σημαντικές. Τα τελευταία χρόνια έχει βρεθεί ότι ασθενείς που πάσχουν από αϋπνία έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν παθήσεις του καρδιαγγειακού συστήματος, ενώ παρουσιάζουν επίσης αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης διαβήτη. Πέραν αυτού, φαίνεται ότι η αϋπνία συνδέεται στενά και με ψυχικές νόσους. Είναι χαρακτηριστικό ότι ασθενείς που πάσχουν από αϋπνία για περισσότερο από ένα χρόνο έχουν 40 φορές μεγαλύτερη πιθανότητα να αναπτύξουν κατάθλιψη σε σύγκριση με τους μη πάσχοντες, ενώ, όταν η αϋπνία αντιμετωπίζεται έγκαιρα, η πιθανότητα εμφάνισης κατάθλιψης είναι ίδια με αυτή που συναντάται στο γενικό πληθυσμό.
Σε μεγάλη διεθνή έρευνα για τις συνέπειες του διαταραγμένου ύπνου μεταξύ ασθενών με αϋπνία που επισκέπτονται Γιατρούς της Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης (μελέτη Equinox), στην οποία συμμετείχε και η Ελλάδα, διαφαίνεται μεταξύ άλλων η συσχέτιση της αϋπνίας με χαμηλή παραγωγικότητα στην εργασία, αλλά και μεγαλύτερη επίπτωση ατυχημάτων.
Το πιο συχνά αναφερόμενο σύμπτωμα αϋπνίας στη Δυτική Ευρώπη και τις Η.Π.Α. είναι η αϋπνία που αφορά στη διατήρηση του ύπνου (75% και 78%, αντίστοιχα). Σύμφωνα με τα δεδομένα της μελέτης Equinox στον ελληνικό πλυθυσμό, 75% του πληθυσμού που δηλώνουν προβλήματα στον ύπνο έχουν νυχτερινές αφυπνίσεις.




















